Ντοκιμαντέρ για τη ζωή και τον θάνατο της Whitney Houston

2017-06-20

Πριν από τις πωλήσεις δίσκων που άγγιξαν τα 200 εκατομμύρια, τα εκατοντάδες βραβεία και τη διεθνή αναγνώριση, η Γουίτνεϊ Χιούστον ήταν απλά η «Νίπι από το Νιούαρκ» (χαϊδευτικό που της είχε δώσει ο πατέρας της), ένα αφελές νεαρό κορίτσι, απροετοίμαστο για φήμη. 

Ενα νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Can I Be Me» (Μπορώ να είμαι εγώ) εξετάζει πώς η Χιούστον, η οποία τραγουδούσε και είχε αποκτήσει μουσική παιδεία από μικρή ηλικία, έγινε μία από τις πιο γνωστές τραγουδίστριες όλων των εποχών και αγωνίστηκε με θέματα ναρκωτικών και αλκοόλ πριν από το θάνατό της το 2012. 

«Δεν γνώριζε που εισερχόταν, ήταν τόσο όμορφη και φαινόταν ότι απλά διασκέδαζε» ανέφερε ο σκηνοθέτης Νικ Μπρούμφιλντ στο Reuters. 

Το ντοκιμαντέρ εξετάζει πώς η Whitney Houston, η οποία τραγουδούσε και είχε αποκτήσει μουσική παιδεία από μικρή ηλικία, έγινε μία από τις πιο γνωστές τραγουδίστριες όλων των εποχών και αγωνίστηκε με θέματα ναρκωτικών και αλκοόλ πριν από το θάνατό της το 2012.

«Παρουσιαζόταν, ξέρετε, ως η Αμερικανίδα πριγκίπισσα. Στην πραγματικότητα ήταν από το Νιούαρκ. Ήταν η Νίπι από το Νιούαρκ, το γκέτο, με τις χειρότερες φυλετικές ταραχές, όπως και στο Λος Άντζελες, σε ολόκληρη την Αμερική», ανέφερε ο σκηνοθέτης Νικ Μπρούμφιλντ στο Reuters.

Ο Μπρούμφιλντ πέρασε δύο χρόνια ψάχνοντας σε αρχεία και μιλώντας με ανθρώπους που ήταν κοντά στη Χιούστον, η οποία άρχισε να τραγουδά σε γκόσπελ χορωδία στο Νιου Τζέρσεϋ σε ηλικία 11 ετών. Την ανακάλυψε σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης τη δεκαετία του 1980 ο παραγωγός δίσκων Clive Davis που καθοδήγησε την καριέρα της.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ μίλησε με σωματοφύλακες, τραγουδιστές που έκαναν φωνητικά στην Χιούστον, κομμωτές και εκείνους που προώθησαν την καριέρα της. Το αποτέλεσμα είναι ένα πορτρέτο μιας «τραγικής» γυναίκας που αναγκάζεται να κρύψει τον αληθινό της εαυτό.

Απέκτησε παγκόσμια φήμη μετά τις επιτυχίες «I Will Always Love You» - το τραγούδι από την ταινία «The Bodyguard» (Ο Σωματοφύλακας) με την οποία έκανε ντεμπούτο στον κινηματογράφο με συμπρωταγωνιστή τον Κέβιν Κόστνερ το 1992 - και το «The Greatest Love of All».

Η Whitney Houston κέρδισε έξι βραβεία Grammy και περισσότερα από 400 άλλα βραβεία στην 25ετή καριέρα της, η οποία όμως χάθηκε από προβλήματα που αντιμετώπιζε με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ και τον ταραχώδη γάμο της με τον τραγουδιστή Μπόμπι Μπράουν. Πέθανε το 2012 από πνιγμό σε μια μπανιέρα ξενοδοχείου. Ήταν 48 ετών.

«Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει όλα αυτά, φρόντιζε τόσους πολλούς ανθρώπους και πάντα δεχόταν κριτική και νομίζω ότι αυτό εντεινόταν ολοένα και περισσότερο, σύρθηκε στα ναρκωτικά. Νομίζω ότι αυτό συνέβη πραγματικά», δήλωσε ο Μπρούμφιλντ, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Η Houston έπρεπε να καταπνίγει τον αληθινό εαυτό της καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής της, εξαιτίας διάφορων παραγόντων, της μητέρας της, Σίσι Χιούστον, της πιεστικής δισκογραφικής της εταιρείας, Arista, του συζύγου της, Μπόμπι Μπράουν, τον οποίο συντηρούσε. Δεν είχε τον έλεγχο της ζωής της, ανέφερε ο σκηνοθέτης σε δηλώσεις του στην εφημερίδα «The Guardian».

Ο Βρετανός σκηνοθέτης αφηγείται την ιστορία μιας σταρ που αισθάνεται στην καρδιά της ότι δεν αξίζει πραγματικά την επιτυχία σε αυτό αδιανόητο επίπεδο και ότι πρέπει να πληρώσει ως τίμημα την προσωπική δυστυχία και τη δαπανηρή, οδυνηρή συντήρηση της οικογένειας.

Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει το παρελθόν της στο γκέτο, τη ζωή με την οικογένειά της, τη σχέση της με την παιδική της φίλη Robyn Crawford, μια σχέση που λέγεται ότι ήταν σεξουαλική, αλλά και βαθιάς αγάπης και εμπιστοσύνης, τη μοιραία έλξη της για τον Μπόμπι Μπράουν και συνδυάζει τα κομμάτια της τέχνης και της τραγωδίας.

Το ντοκιμαντέρ «Whitney: Can I Be Me», σε σκηνοθεσία Ρούντι Ντόλεζαλ και Νικ Μπρούμφιλντ προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τραϊμπέκα και βγήκε αυτήν την εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες.